Αναζήτηση

kinema/graphein

L’ Invitation au Voyage – Germaine Dulac (France, 1927)

1915: φεμινισμός + αβανγκάρντ                                2018: λογοκρισία

Advertisements

fievre Louis Delluc

We Are The Dead

Ghosts presence, ghost music in the radio at night,
when you can’t sleep, in the line of shadows
around the glowing red eye.

27711175_2020742701497481_823988722_o

Η Κοιλάδα της Ταραχής

Κάποιο καιρό χαμογελούσε σιωπηλή μια λαγκαδιά,
που από κανέναν δεν κατοικιόταν,
γιατί όλοι τους στον πόλεμο είχαν φύγει
αφήνοντας στων αστεριών τα γλυκά μάτια τη νύχτα
απ’ τους γαλάζιους πύργους τους ψηλά
να γνοιάζονται τα λούλουδα
που ολημερίς ανάμεσά τους
ο άλικος ήλιος με νωχέλια ξεπλωνόταν.

growths

– Harry Clarke’s Illustrations for Poe’s Tales of Mystery and Imagination (1919)

Σήμερα όποιος διαβεί από κει θα μολογήσει
την ταραχή που ανακινά τη θλιβερή κοιλάδα.
Τίποτα ασάλευτο δε στέκει εκεί πέρα,
τίποτα, εξόν ο αέρας που τυλίγει
τη μαγική ολούθε ερημιά.

Ω! άνεμος κανένας δε διεγείρει τα δέντρα αυτά
που παλμοδέρνονται σαν τις παγωμένες θάλασσες,
γύρω από τις κάταχνες Εβρίδες.
Ω! άνεμος κανένας δεν τα σπρώχνει αυτά τα νέφια,
που τον ανήσυχο ουρανό σουρίζοντας περνάνε,
βαρύθυμα, από την αυγήν ώσμε τη νύχτα,
απάνωθε από τις βιολέττες όπου ανοίγουνε εκειδά
σε μύρια απεικονίσματα του ανθρώπινου ματιού,
απάνωθε από κρίνους όπου κυματίζουνε –
κι οπού θρηνούνε απά σ’ ανώνυμο ένα μνήμα –
που κυματίζουνε κι η ολοεύωδη κορφή τους
αιώνια σταλάζει σε δροσοσταλίδες,
και θρηνούνε, κι απά στα ντελικάτα τους κοτσάνια
ανεστέρευτα κυλούνε τα δάκρυα, ατίμητα πετράδια.

–  Έντγκαρ Άλλαν Πόε

22791015_1975948612643557_1448785069_o

30.09.2017

Susan Sontag – As Consciousness is Harnessed to Flesh (Diaries 1964 – 1980)

ή πώς όταν ο περιβάλλων χώρος γκριζάρει (και μέχρι να βρούμε ξανά τις δικές μας λέξεις) δανειζόμαστε τις αγωνίες προτερόχρονων υπάρξεων

 

22140430_1966693860235699_1030638807_o

29/12/2016

III.

«Είναι πολύ οξύθυμος, αλλά δεν πειράζει. Μου το είπε αυτό με το καλημέρα σας. Εξάλλου είμαι κι εγώ οξύθυμη. Πολλές φορές σκέφτηκα να φύγω από το γραφείο, αλλά κοίταξα για λίγο έξω από το παράθυρο και μου πέρασε. »
«Ναι, όλοι έτσι είναι λίγο-πολύ. Τι ψάχνεις.»
«Μια φορά με είπε επαρχιώτισσα. Κύριος αυτός, κυρία η άλλη…με το όνομά τους τους λέμε παιδί μου, δεν είναι χωριό εδώ! Και κάποια μέρα με ρώτησε πώς απαντώ όταν χτυπάνε την πόρτα του γραφείου»
«Παρακαλώ;»
«Παρακαλώ, ορίστε. Αυτά. Αλλά ήταν μια φορά μια γιαγιά που δεν άκουγε καλά και της φώναξα ‘ανοίχτε!’ για να καταλάβει και να σπρώξει την πόρτα. Γι’αυτό με ρώτησε. Όταν του εξήγησα έβαλε τα γέλια μαζί μου, αλλά γενικά κάπως έτσι είναι η κατάσταση.»

imgpress

Χαμόγελο, βλέμμα αμοιβαίας κατανόησης καιιιιιι cut! Αυτό ήταν, οι δύο ηρωίδες της συνοπτικής μας ιστορίας έχουν ήδη νομιμοποιήσει τα κομπλεξ που τους δημιουργεί το εργασιακό τους περιβάλλον. Όλοι μας το κάνουμε γιατί «όλοι έτσι είναι λίγο-πολύ». Όλοι έχουν ανασφάλειες που ποτέ δε θέλησαν ή δεν μπόρεσαν να αποδομήσουν και εντέλει να ξεπεράσουν οπότε το θεώρησαν αβλαβές να τις περιφέρουν στις διαπροσωπικές τους σχέσεις. Όλοι ανέχθηκαν αυτό το ένα κυκλοθυμικό αφεντικό, που είναι καλοπροαίρετο αλλά του λείπουν οι τρόποι όταν εξάπτεται το άγχος του. Όλοι έστρεψαν το βλέμμα στον απαίδευτο και άπειρο (α-στερητικό-της πείρας) εαυτό τους που ίσως  και να αξίζει την περιστασιακή χλεύη μια που δεν είμαστε ενσαρκώσεις των απαιτήσεων καθενός άλλου σχετιζόμενου με εμάς. Φταίμε.
Κοινωνώντας το βίωμα, το βίωμα αποδυναμώνεται. Οι ομοιότητες των περιστάσεων αντί να αποδείξουν την καθολικότητα των πρακτικών που απευθύνονται προς το άτομο και να το αποθαρρύνουν  από το να λιμνάζει στην ενδοσκόπησή του, απλά εξανεμίζουν την ένταση του φαινομένου που λειτουργεί ως αφετηρία άγχους, πόνου και (εντέλει-ενίοτε) πολύτιμων συνειδητοποιήσεων.

Κάθε μικρή ήττα, κάθε μικρή επίθεση στην προσωπικότητα που μένει αναπάντητη μπολιάζει το έδαφος για μικρές υποχωρήσεις – ένα μωσαϊκό συγκρούσεων μεταξύ του εαυτού και του εκάστοτε τρίτου του οποίου η γνώμη αυθαίρετα αξιολογείται ως αυταπόδεικτη. Το άτομο ετεροκαθορίζεται σε σημείο αφάνειας.

Σίγουρα δε χρειάζεται να αποστηθίσουμε το προσωπικό μας μανιφέστο για να ζήσουμε την κάθε μέρα του άγνωστου συνόλου των ημερών μας. Εξίσου σίγουρα δεν πρόκειται να τα καταφέρουμε παπαγαλίζοντας τις «γενικότερες αλήθειες» αυτών των «όλων» που «είναι έτσι».

 

23/10/2016

ΙΙ

%ce%bf%ce%bd%ce%b5%ce%b9%cf%81%ce%b1

Τη χαυνωτική αδιαφορία της ζωής διατάρασσε μόνο ένα πράγμα – τα όνειρα.

Δεν υπήρξε ούτε θα υπάρξει ποτέ καλύτερος διαβιβαστής των σκέψεων από εαυτό σε εαυτό. Έτσι, τουλάχιστον, πίστευε η Άννα και η αλήθεια είναι πως πίστευε σε πολύ λίγα πράγματα πια.

Τα όνειρα ήταν συνώνυμο της αλήθειας – φορείς, αφηγητές και απεικονίσεις της. Από τον ξύπνιο τα χώριζε μία δωδεκάωρη (+) παράσταση κανονικότητας. Δεν υπήρχε «μεμπτή» συμπεριφορά, γραμμικότητα στις εξελίξεις, σπαραξικάρδιες επεξηγήσεις των συναισθημάτων των πρωταγωνιστών, καρέ – καρέ μετάβαση από το παρελθόν στο παρόν και από το παρόν στο επιθυμητό μέλλον. Δεν υπήρχε εναλλακτική πραγματικότητα. Δεν υπήρχαν οι επιλογές που αποκλείστηκαν, τα λόγια που δεν ειπώθηκαν, οι έρωτες που καταποντίστηκαν, οι φιλίες που ξεχάστηκαν, οι τύψεις που ξεπέτσιασαν αόρατες σάρκες.

Τίποτα παρά μόνο η απόλυτη αφοσίωση σε ό,τι συνέβαινε – έτσι αόριστα, ευμετάβλητα και φυσικά. Η φυσικότητα αυτή σε συνδυασμό με το ξάφνιασμα από τις αλλεπάλληλες αλλαγές σκηνικών και προσώπων την εξίταρε. Πολλές φορές της χάριζε περιέργεια – το μόνο κίνητρο για εξέλιξη στην κάθε πραγματικότητα.

Ξυπνούσε και αμφισβητούσε τον εαυτό της, τις επιλογές της, τα πιστεύω και τις προτιμήσεις της. Αναρωτιόταν αν θα μείνει για πάντα ανικανοποίητη από τις νόρμες που βάφτισε κανονικότητές της στη σκιά όλων όσων δεν τόλμησε να κάνει. Αναρωτιόταν αν είναι στη φύση του ανθρώπου να αμφισβητεί ό,τι έχει, να ποθεί ό,τι του λείπει και να απορρίπτει αυτοστιγμεί ό,τι κατακτά. Αναρωτιόταν αν ήταν μόνη στο σημείο συνάντησης με τον εαυτό της. Αν θα ερχόταν ποτέ κανείς να τη διαβεβαιώσει πως «έτσι πρέπει, έτσι γίνεται συνήθως / πρώτα νιώθεις να πνίγεσαι, μετά σε τραβά στην επιφάνεια ένα χέρι που δεν είναι άλλο από το δικό σου». Αναρωτιόταν αν απλά υπερέβαλε, αν ήταν από αυτούς που οι ψυχικά κυνικοί ονομάζουν «αδύναμους μαλάκες». Κι αν ήταν ένας αδύναμος μαλάκας, αναρωτιόταν αν θα ήθελε να είναι πραγματικά κυνική. Αν όλη αυτή η αμφισβήτηση δεν ήταν η πιο απτή απόδειξη ότι μέσα της υπήρχε κάτι ζωντανό που σε πείσμα όλης αυτής της προσποίησης, δεν ήθελε να πεθάνει.

Το ξυπνητήρι χτύπησε (μάλλον τότε αποφάσισε η ίδια να το ακούσει) στις 10:20 και πια δεν αναρωτιόταν για τίποτα -είχε τελειωτικά αργήσει για τη σημερινή οντισιόν.

21-22/10/2016

Ι

title

Η μέρα ήταν Πέμπτη και ήταν μία από τις μουράτες μέρες. Οι μουράτες μέρες δεν πρέπει να παρεξηγηθούν για / να καταταγούν σε μία από τις τετριμμένες κατηγορίες ημερών – τις εργάσιμες και τις αργίες. Μουράτη μπορεί να είναι μία οποιαδήποτε μέρα – μία Δευτέρα ή ένα Σάββατο. Αρκεί να περιέχει προετοιμασία για οντισιόν.

Η προετοιμασία για οντισιόν θα μπορούσε να αναπαρασταθεί εδώ με δυο τρία χρωματιστά ποστ-ιτ : αποστήθιση βιογραφικού (μπας και σε ρωτήσουν ποτέ τι αποκόμισες από το σεμινάριο της 12ης Φεβρουαρίου 2012 στο οποίο έτυχε να ’ναι ομιλητής ο καθηγητής – νέμεσις τους από τη σχολή), αποτρίχωση (εννοείται πως την κρατάς για οντισιόν και ραντεβού τριών πρώτων μηνών, κι αυτό αν πέσουν καλοκαίρι), ένας ήπιος κύκλος αυτοταπείνωσης (που μπαίνεις στη διαδικασία της οντισιόν για 18η αισίως φορά και τίποτα δε λέει να αλλάξει στη ζωή σου πριν, κατά τη διάρκεια ή μετά), διαβούλευση με τους γονείς (για το αν τα 350 ευρώ είναι αυτοταπείνωση -κοινωνικής υφής αυτή τη φορά – ή η «δύσκολη αρχή» από την οποία «όλοι περάσαμε, γιατί αλλιώς δε γίνεται»).

Καμιά φορά η λίστα εμπλουτίζεται με συζητήσεις για την απόλυτη καρμιριά της σύγχρονης ζωής (σε αυτό βοηθάει το έσχατο τρεντ που έχει μετατρέψει τους πάντες σε πομπούς βαθύτατης κυνικότητας). Όλα αυτά όμως δεν προσέδιδαν την παραμικρή νότα συναισθήματος σε όλη τη διαδικασία. Κανένα πάθος, κανένα άγχος, καμία αγωνία. Η εποχή που οι επισκέψεις στην τουαλέτα έπιαναν άνετα τη μισή ντουζίνα, η εφίδρωση ήταν αντίστοιχη αυτής σε κάμπινγκ το καταμεσήμερο και η ανυπομονησία τόσο όση πριν την πρώτη σου φορά στο σεξ που δε ξέρεις τι ακριβώς πρόκειται να γίνει και βιάζεσαι λίγο να τελειώσει η όλη εμπειρία για να αξιολογήσεις, αν θες να σου ξανασυμβεί ή όχι – αυτή, λοιπόν η εποχή ήταν περασμένη, σφραγισμένη και ξεχασμένη στο συνειδητό της Άννας.

Όχι, τα πάντα γίνονταν μηχανιστικά πια. Είχε συγκεκριμένα ρούχα που απλά εναλλάσσονταν μεταξύ τους για προφανείς λόγους υγιεινής. Είχε τον ίδιο σταρχιδισμό στον τόνο της φωνής της άσχετα από τον τύπο του εργοδότη που είχε μπροστά της. Ο σταρχιδισμός αυτός (η μόνη λέξη με αναφορά σε «αρχίδια» που ξεστόμιζε όχι επειδή είχε κάποιο θέμα με την αντρική ανατομία, αλλά επειδή διέκρινε την απαξιωτική λειτουργία λειτουργία που επιτελούσαν) ήταν επίκτητος, αλλά τον οικειοποιήθηκε με μεγάλη άνεση με το που πέρασε το φράγμα του διψήφιου αριθμού οντισιόν. Είναι γνωστό ότι μια τέτοια απάθεια είναι πολύ συχνή αντίδραση σε κάθε άνθρωπο όταν καλείται να επαναλαμβάνει μία διαδικασία με ελάχιστες διαφορές περιβάλλοντος, σκοπιμοτήτων και αποτελέσματος.

Τι κι αν απέναντί της στεκόταν ο Χ, μεσήλικας με αναπνοή χτισμένη από βαριά τσιγάρα και κακή διατροφή, ο οποίος «πολύ θα χαιρόταν να της προσφέρει τη γνώση και τη σοφία του» αρκεί η ίδια να ήταν «επιδεκτική μαθήσεως», «προσγειωμένη» και «υπεύθυνη». Τι κι αν απέναντί της στεκόταν η Γ, νεόκοπη στο επάγγελμα με μνήμη μικρότερη από χρυσόψαρου (για τα οποία αποδείχθηκε ότι τα 3 δευτερόλεπτα αποτελούν μύθο) που είχε κιόλας προλάβει να ξεχάσει ότι δυο-τρια χρονάκια χτυπούσε πόρτες και προσποιούταν το ίδιο νηφάλιο χαμόγελο που είχε τώρα στα χείλη της η Άννα και προσέφερε «φιλικό εργασιακό περιβάλλον», «σπαστό ωράριο» για να προλαβαίνει κανείς να πιει έναν ανθρώπινο καφέ μεταξύ 3-5 μ.μ. και όλα αυτά με λεφτά ημιαπασχόλησης. Τι κι αν απέναντί της στεκόταν η Ι, ευχάριστη σαν ένα ουράνιο τόξο αφότου έχει γαμηθεί ο Δίας στη βροχή, με το γάργαρό της  γέλιο να ακολουθεί κάθε εργασιακή απαίτηση που θεωρούσε «αναγκαία και ικανή συνθήκη» για την επιλογή ενός παρτενέρ στην καθημερινή βιοπάλη.

Όλα αδιάφορα. Καθένας από αυτούς λάμβανε το ίδιο καρμπόν χαμόγελο, άκουγε το ίδιο curriculum vitae της τραγικά προβλέψιμης ζωής της Άννας και γινόταν μάρτυρας της απάθειας που μόνο η επαναληψιμότητα και η προβλεψιμότητα χαρίζουν.

Δημιουργήστε ένα δωρεάν ιστότοπο ή ιστολόγιο στο WordPress.com.

ΠΑΝΩ ↑